Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

"Γιατί έτσι πρέπει"

Η Κέητ πάρκαρε το αυτοκίνητό της έξω από το εξοχικό οπου περνούσαν τις διακοπές τους συνήθως αυτή και ο άντρας της. Το μέρος ήταν υπέροχο... η θέα προς το λιμάνι ήταν ασυναγώνιστη και το αεράκι τόσο καθαρό και γεμάτο από την θαλασσινή αύρα που σε έκανε να αισθάνεσαι σαν ναυτικός στην πλώρη υπερωκεάνειου. Το είχε διαλέξει η ίδια φυσικά, όπως και το σπίτι και την διακόσμηση του κήπου... και η αλήθεια ήταν πως ο Τζον -ο άντρας της- δεν είχε λυπηθεί τα έξοδα προκειμένου να την ευχαριστήσει.

Παίρνοντας μια τελευταία ανάσα για να χαρεί την αύρα ξεκίνησε προς το σπίτι με γοργό βήμα, είχε περάσει όλο το πρωί στην πόλη και αν μη τι άλλο αυτό της είχε ανοίξει την όρεξη. Δεν μπορούσε να περιμένει για να δει τι φαγητό είχε ετοιμάσει ο μάγειρας. Πέρασε με βιασύνη την σιδερένια πύλη της αυλής και χτύπησε την πόρτα του μοντέρνου εσωτερικού κτίσματος. Αντί για κάποια υπηρέτρια όμως, της άνοιξε ο ίδιος ο άντρας της.

"Τζόν!" Αναφώνησε έκπληκτη.
"Γιατί ποιόν περίμενες;" Την πείραξε αυτός.
"Χαζέ" του ανταπάντησε με ένα γρήγορο φιλί "Τι μαγείρεψε ο Μισέλ σήμερα; Πεθαίνω της πείνας".
"Δεν στο πα; Του έδωσα ρεπό για την υπόλοιπη μέρα. Ήθελε λέει να γυρίσει λίγο το νησί".
"Καλά δεν πειράζει θα φτιάξω κάτι εγώ και για τους δύο. Η Μαρία που είναι, λερώθηκα νομίζω στην πόλη και θέλω να πάει τα ρούχα στο καθαρηστήριο" συνέχισε προσπαθώντας να κρύψει την ενοχλησή της που θα έπρεπε να μαγειρέψει.
"Κοίτα να δεις τι αφηρημένος που είμαι." είπε ο Τζόν πιάνοντας θεατρικά το κεφάλι του. "Έδωσα και σε αυτές ρεπό για να συνοδέψουν τον Μισέλ μήπως πάθει κάτι".
Η Κέητ δεν άργησε να μπεί στο νόημα ιδιαίτερα μετά την επιτηδευμένα χαζή δικαιολογία του Τζόν.
"Έχεις τότε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου" πρόσθεσε νοηματικά ενώ το μάτι της έπιασε μια ανθοδέσμη πάνω σε ένα τραπεζάκι στο σαλόνι. Κατευθύνθηκε δήθεν αδιάφορα προς τα κει, παίζοντας τον ρόλο της. Πάνω στην ανθοδέσμη υπήρχε ένας φάκελος που έγραφε. "Για την μοναδική αγάπη της ζωής μου". Ο Τζον απλά παρατηρούσε όσο η Κέητ άνοιγε το φάκελο, ήθελε να του αποτυπωθεί το πρόσωπό της όταν θα ανακάλυπτε το περιεχόμενο.


Η Κέητ κοιτούσε το φάκελο εξεταστικά. Συχνά προσπαθούσε να μαντέψει τι είχαν μέσα τα δώρα του Τζόν αλλά αυτός πάντα κατάφερνε να την εκπλήσει ευχάριστα. Τι να ήταν αυτή την φορά; Κάποιο κόσμημα επίτηδες βαλμένο σε φάκελο για να μην το καταλάβει; Ίσως το κλειδί για εκείνο το σπόρ αμαξι που τις είχε "διαφύγει" οτι θα ήθελε. Α! αυτό ήταν, ήταν εισητήρια, είσητήρια για κάποιο εξωτικό μέρος που θα περνούσαν τις υπόλοιπες διακοπές... "Σε κατάλαβα Τζον" σκέφτηκε μέσα της καθώς άνοιγε τον φάκελο. Κοίταξε μέσα και για μια ακόμα φορά είχε μαντέψει λάθος. Αλλά αυτή την φορά είχε πέσει πάρα πολύ έξω...


Σοκαρισμένη και άφωνη έκανε μερικά βήματα πίσω και κάθισε στον βελούδινο αναπαυτικό καναπέ. Πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να καταφέρει να μαζέψει τις σκέψεις της και να ψελίσει ..."Αγάπη μου". Ο Τζόν σχεδόν απολάμβανε την στιγμή... δεν μπορούσε να είχε προβλέψει την αντίδρασή της αλλά του φαινόταν οτι πραγματικά της είχε κάνει έκπληξη. "Τι τρέχει αγάπη μου... δεν αισθάνεσαι καλά;" απάντησε, "να σου φέρω λίγο νερό;". Η Κέητ δεν απάντησε, μόνο έγνεψε όχι. Ο φάκελος γλίστρησε από τα χέρια της και στο πάτωμα χύθηκαν φωτογραφίες*. "Πόσο καιρό το ξέρεις;" ρώτησε.


"Για αυτόν;" Ρώτησε δείχνοντας μια αντρική φιγούρα σε μια κοντινή φωτογραφία ξαπλωμένη δίπλα στην ημίγυμνη Κεητ καλυμένη μόνο από μισό σεντόνι. "Μια βδομάδα περίπου... Όχι παραπάνω. Αν ρωτάς για μέσα μου; Από πάντα."
Η Κέητ πήρε λίγο θάρρος από την υπέρμετρα ήρεμη ως ηττοπαθή αντίδραση του Τζον. "Πίστεψέ με Τζον, ήταν μόνο μια στιγμή" κόμπιασε λίγο η φωνή της "Δεν αισθάνομαι τίποτα γι αυτόν τον ανθρωπο".

Ο Τζον είχε γυρίσει τώρα και κοίταγε την θάλασσα μέσα από την τζαμαρία, που ειρωνικά η Κέητ είχε διαλέξει να μπει εκεί. "Σε πιστεύω αγάπη μου" είπε χλιαρά "σε πιστεύω".
"Και τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;" απάντησε η Κέητ εμφανώς ανέτιμη για μια τέτοια απάντηση "με συγχωρείς που σε πλήγωσα αγάπη μου... σου ορκίζομαι οτι δεν θα ξανασυμβεί." σταμάτησε για λίγο. "Αν θες διαζύγιο πάντως δεν θα σου φέρω αντίρρηση" συμπλήρωσε σε μια τελευταία προσπάθεια να μειώσει την ζημιά.
"Φυσικά και δεν θα ξανασυμβεί..." απάντησε ο Τζόν και η φωνή του πήρε μια ψυχρή χροιά που η Κέητ δεν είχε ξανακούσει.
Ένα ρίγος διέσχισε την σπονδυλική στήλη της καθώς κατάλαβε τι υπονοούσε ο άντρας της. Με μιας έτρεξε στην κουζίνα και πήρε ένα μαχαίρι για να αμυνθεί.
"Ανησυχείς υπέρμετρα" απάντησε με ήρεμη και πάλι φωνή ο Τζον και συνέχισα χωρίς καμία ταλάντευση στον τόνο του "αν είχα το θάρρος να σε σκοτώσω δεν θα σε είχα παντρευτεί έτσι κι αλλιώς".
"Τότε τι είναι όλο αυτό, τι προσπαθείς να κάνεις Τζον... Τζον δεν είσαι στα καλά σου" η φωνή της Κέητ έτρεμε από φόβο και θυμό για την άσχημη κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί
από την μία στιγμή στην άλλη.
"Το ότι δεν θα σε σκοτώσω εγώ δεν συμαίνει απαραίτητα οτι θα ζήσεις Κέητ μου. Άκου πως έχουν τα πράγματα. Προσέλαβα μία πολή έμπειρη ομάδα δολοφόνων, κοστίζουν φυσικά αλλά αν θυμάσαι ποτέ για σένα δεν λυπήθηκα τα έξοδα. Αύριο λοιπόν θα τελειώσουν την δουλειά..." Σταμάτησε για να καθαρίσει το λαρύγγι του "Όμως την πληρωμή θα την λάβουν σήμερα το βράδυ, από εμένα προσωπικά. Επομένως αν εγώ δεν είμαι εκεί η συμφωνία θα χαλάσει. Βέβαια σκοπεύω να είμαι ακριβής στο ραντεβού μου." Γύρισε και κοίταξε προς το μαχαίρι που κρατούσε η Κέητ. "Εκτός αν έχεις εσύ αντίθετη άποψη".
Η Κέητ κοιτούσε σαν χαζή. Μέσα της έβραζαν χιλιάδες συναισθήματα, αναστάτωση, τρόμος, ένστικτο για επιβίωση αλλά και έκπληξη, έκπληξη για την άγνωστη πλευρά του ανθρώπου που παντρέυτηκε. "Δηλαδή μου ζητάς να σε... να σε..."
"Έλα πέστο"
"Να σε σκοτώσω"
"Πάντα ήσουν έξυπνο κορίτσι Κέητ, γι αυτό σε αγάπησα... και γι αυτό με παντρεύτηκες. Τώρα τι λες. Θα το κάνεις; Εγώ δεν θα σου φέρω αντίσταση. Θα περιμένω εδώ." Και γύρισε ξανά προς το πέλαγο
Το κεφάλι της Κέητ αν πριν ήταν μπερδεμένο τώρα κόντευε να σπάσει. Για να ζήσει έπρεπε να σκοτώσει τον Τζον, το ότι δεν τον αγαπούσε ήταν ένα πράγμα, το να τον σκοτώσει όμως ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Για μερικά λεπτά έστεκε εκεί ακούνητη. Μετά όμως το ένστικτο και η λογική που πάντα είχε κυριάρχησαν και εκανε τα πρώτα βήματα προς τον Τζόν σηκώνοντας το μαχαίρι.


Είχε φτάσει στη μέση της απόστασης όταν ο Τζον ξαναμίλησε. "Συγνώμη, αλλά πριν πάρεις την τελική σου απόφαση πρέπει να σου πω και κάτι ακόμα. Τόσο οι φωτογραφίες όσο και το βίντεο από τις κάμερες μέσα στο σπίτι, χωρίς τον ήχο φυσικά, από την στιγμή που θα πεθάνω θα φτάσουν στα χέρια της αστυνομίας και των δικηγόρων μου. Δεν είμαι νομικός αλλά πιστεύω οτι τα ισόβια τα έχεις σίγουρα. Και δεν έχουν και υπηρέτριες στη φυλακή απ' όσο ξέρω"


Η Κέητ σταμάτησε και πάλι και αυτή την φορά ήταν το συναίσθημα που οδήγησε τα λόγια της "Είσαι άρρωστος!!! Είσαι τελείως άρρωστος!!! Τι θες από μένα!!! Τι θες από την ζωή μου!!! Θες να σου πω οτι δεν σε αγάπησα! Όχι δεν σε αγάπησα. Αλλά αφού το ήξερες γιατί δέχτηκες το παιχνίδι; Γιατί έκανες εκείνη την αναθεματισμένη πρόταση; Γιατί; Δεν φταίες λιγότερο από μένα! Γιατί το κάνεις αυτό;"


Ο Τζόν τότε γύρισε και την κοίταξε με το ίδιο βλέμμα που ως έφηβος είχε δει την πρώτη του κοπέλα, ως φοιτητής τον πρώτο του έρωτα και με το ίδιο βλέμμα που εκείνη την νύχτα, σε ένα παραθαλάσσιο μπαρ στο ίδιο αυτό νησί είχε σταματήσει την μουσική, είχε γονατίσει μπροστά σε όλους και της είχε ζητήσει να γίνει γυναίκα του απάντησε για πρώτη φορά με τρεμάμενη φωνή "Γιατί έτσι πρέπει"

Δεν υπάρχουν σχόλια: