Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Καπέλο και μανδύας

Το φεγγάρι ήταν γεμάτο και άπλωνε το ασημένιο πέπλο του πάνω στους κήπους των Βερσαλιών. Ο Βιντσέντζο απολάμβανε την θέα των λουλουδιών λουσμένων στο φεγγαρόφως όσο λίγα πράγματα στον κόσμο. Στην πατρίδα του την Νάπολη δεν υπήρχαν τέτοιοι κήποι ή μάλλον πουθενά στα μέρη που είχε ταξιδέψει δεν είχε δει παρόμοιους. Και λόγω επαγγέλματος είχε ταξιδέψει πολύ.

Σήκωσε το καπέλο του λίγο περισσότερο για να έχει καλύτερη θέα. Προς στιγμήν σκέφτηκε να το βγάλει. Αλλά δεν μπορούσε να πάρει ένα τέτοιο ρίσκο. Το καπέλο και ο μανδύας ήταν απαραίτητα εργαλεία για την δουλειά του. Στην σκιά της πετρόχτιστης μάντρας που ξεχώριζε το ανατολικό μέρος των κήπων από το δυτικό τυλιγμένος στον μακρύ ως τον αστράγαλο μανδύα του ήταν αόρατος στο μάτι οποιουδήποτε άπειρου νυχτοπερπατητή.

Η ώρα περνούσε, αλλά η υπομονή ήταν ένα από τα δύο σημαντικά χαρίσματα του Βιντσέντζο. Το δεύτερο μάλιστα ήταν και αυτό που τον είχε ξεκολλήσει από το βούρκο της Νάπολης και τον είχε ταξιδέψει σε κάθε μεριά της Ευρώπης. Κάποιος υψηλά ιστάμενος σε μια όχι και τόσο γνωστή οργάνωση είχε τύχει να δει την ξιφομαχία του ενάντια σε τέσσερις επίδοξους ληστές αργά το βράδυ έξω από ένα πανδοχείο. Ο Βιντσέντζο είχε όχι μόνο νικήσει τους αντιπάλους του αλλά τους είχε εξουδετερώσει με ένα μόνο χτύπημα τον καθένα.
Από εκείνη την νύχτα και μετά, η άνοδος στην ιεραρχία και στην εμπιστοσύνη της οργάνωσης ήταν απλά θέμα χρόνου.
Η αλήθεια ήταν οτι ο Βιντσέντζο δεν αντλούσε πάντα ευχαρίστηση από την δουλειά του. Οποιοσδήποτε είχε λεφτά μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες της οργάνωσης και αυτό δεν ήταν πάντα καλό. Πάντως η σημερινή ήταν τυπική υπόθεση. Δεν θα δυσκολευόταν καθόλου.

Το βλέμμα του απομακρύνθηκε για λίγο από το διπλανό παρτέρι οπου κάμποσες τριανταφυλλιές έπλεκαν τους κορμούς τους και έφτιαχναν διάφορα σχήματα στις σκιές και έφτασε στον αριστερό μηρό του. Εκεί κρεμόταν το ξίφος του, πολύ διαφορετικό από το πρώτο κομμάτι σχεδόν ακατέργαστο ατσάλι που κρατούσε στην Νάπολη. Αυτό ήταν ένα πραγματικό έργο τέχνης. Δώρο της οργάνωσης.

Σε αντίθεση με άλλους "συναδέλφους" του που προτιμούσαν διαφορετικά, ίσως πιο αποτελεσματικά μέσα, 'οπως τόξα για σιωπηλά χτυπήματα από το σκοτάδι ή δηλητήριο, ο Βιντσέντζο προτιμούσε το ξίφος. Ελαφρύ και ευκίνητο αλλά και πολύ θανατηφόρο ήταν ένα όπλο που πρόσφερε την χαρά της μάχης και της καθαρής νίκης. Δεν το αποχωριζόταν ποτέ και αυτό δεν τον είχε ποτέ απογοητεύσει.

Έπιασε στα χέρια του την χρυσοποίκιλτη λαβή και με την αφή του ένιωσε το σκαλισμένο μοτίβο. Ένα φίδι τύλιγε τις φολίδες του γύρω από τον χέρι όποιου κρατούσε την λεπίδα για να τον προστατέψει αλλά και να τον οπλίσει με την στυγνή αποτελεσματικότητα του ερπετού. Το τράβηξε λίγο από την θήκη του για να σιγουρευτεί οτι δεν είχε κολλήσει από την πολύωρη ακινησία αλλά το ξαναθηκάρωσε αμέσως όταν άκουσε βήματα να έρχονται.

Δύο ζευγάρια πόδια περιπλανιόνταν σε αργό ρυθμό στους κήπους, τα ηχηρά βήματα του ενός περιέβαλαν δερμάτινες μάλλον μπότες ενώ ο ήχος από τα ανάλαφρα πατήματα του άλλου ίσα που έφτανε στα αυτιά του Βιντσέντζο. Λίγες στιγμές αργότερα το φως του φεγγαριού φανέρωσε ένα ζευγάρι που έστριβε από το δρόμάκι που διέσχιζε τους κήπους κάνοντας έναν βραδυνό περίπατο. Ο άντρας, ένας νέος μεταξύ είκοσι και τριάντα χρονών, μιλούσε χαμηλοφωνα και χειρονομούσε. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που έλεγε πάντως πρέπει να ήταν αστείο γιατί έκανε την κοπέλα να ξεσπά σε γελια που με δυσκολία μπορούσε να συγκρατήσει για να μην αναστατώσει την ησυχία του κήπου. Καθώς οι δυό τους πλησίαζαν περισσότερο τον Βιντσέντζο αυτός κατάφερε να τους παρατηρήσει πιο προσεκτικά. Η κοπέλα ήταν πραγματικά πανέμορφη. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε μια μακριά κοτσίδα ενώ ξανθές αφέλιες παισίωναν ένα κατάλευκο αγγελικό πρόσωπο και δύο γαλάζια μάτια που η λάμψη τους λίγα είχε να ζηλέψει από την πανσέλληνο.

Ο Βιντσέντζο όμως πρόσεξε περισσότερο το ξίφος που ήταν περασμένο στην ζώνη του νεαρού. Ίσως η δουλειά είχε περισσότερο ενδιαφέρον από ότι περίμενε τελικά. Η οργάνωση του είχε πει μόνο ότι χρειαζόταν να ξέρει. Η ανηψιά και προστατευόμενη του δούκα της Ορλεάνης είχε προκαλέσει πολλά προβλήματα και έκθεση στον θείο της με την αδυναμία της να κρύψει τον έρωτά της για έναν απλό στρατιώτη της φρουράς. Τόσα πολλά που φαίνεται οτι ο δούκας αναγκάστηκε να αναζητήσει την βοήθεια της οργάνωσης για να ξεμπερδεύει τόσο με τον επίδοξο γαμπρό του όσο και με την ανυπάκουη ανηψιά μια και καλή. "Ατυχήματα" άλλωστε σαν κι αυτό δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν το φως της γαλλικής αυλής.

Περπατώντας το ζευγάρι είχε φτάσει πια πολύ κοντά στον Βιντσέντζο χωρίς παρόλα αυτά να πάρει κανείς τους είδηση για την παρουσία του στις σκιές. Ο στρατιώτης έγυρε προς το παρτέρι με τα τριαντάφυλλα και έκοψε ένα. Ύστερα του έβγαλε τα αγκάθια προσεκτικά και το πέρασε πάνω από το αυτί, μέσα στα μαλλιά της κοπέλας. Η αλήθεια είναι οτι το λουλούδι έχασε την ομορφιά του σαν να πνίγηκε μέσα στον χρυσό χείμαρο αλλά ο στρατιώτης δεν έχασε την ευκαιρία να επαινέσει αυτό που αντίκριζε.

"Ω! Μα την αλήθεια και το πιο τρανό ρόδο δεν είναι ικανό να συντροφεύει το πρόσωπό σου. Η ομορφιά του επισκιάζεται από την δική σου και δεν έχει πια την θέση του βασιλιά των λουλουδιών"

"Φράνκ, ω Φράνκ, κάτι στιγμές σαν κι αυτές είναι που δεν θέλω να φύγω ποτέ από κοντά σου. Να μείνουμε μαζί μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος"

"Να προσέχεις τι εύχεσαι κοπελιά, μπορεί και να συμβεί". Ο Βιντσέντζο έκανε ένα βήμα μπροστά και βγήκε από τις σκιές.

"Ποιός είστε κύριε;" ο νεαρός άνδρας ξύπνησε απότομα από την μέθη της στιγμής και ακούμπησε το χέρι του στην λαβή του σπαθιού του. "Τι θέλετε εδώ μια τόσο προχωρημένη ώρα;"

"Εγώ είμαι αυτός που θα έπρεπε να ρωτάω αυτή την ερώτηση; Δεν συνάδει με τα ήθη της αυλής μια κόρη ευγενούς να μοιράζεται τον περίπατό της με έναν στρατιώτη. Πόσο μάλιστα μια τέτοια ώρα. Πολλά θα μπορούσαν να υποτεθούν. Αν και κρίνοντας από τον διάλογό σας πριν λίγο αυτό δεν θα ήταν αναγκαίο."

Η έκπληξη του νέου είχε τώρα μετρατραπεί σε καθαρό θυμό. Τα μάτια του πέταγαν φλόγες καθώς κοιτούσε τον Βιντσέντζο, αλλά με μια τελευταία προσπάθεια αυτοσυγκράτησης ρώτησε με τρεμάμενη από μένος φωνή. "Και τι ακριβώς σκοπεύετε να κάνετε;"

"Μα να αποκαταστήσω την τάξη" Απάντησε ατάραχος ο Βιντσέντζο και τράβηξε το σπαθί του ακριβώς την σωστή στιγμή για να αποκρούσει το χτύπημα του στρατιώτη. Η κραυγή αγωνίας της κοπέλας έσβησε στην κλαγή των σπαθιών και η μέχρι πριν λίγο αδιατάραχτη ησυχία του κήπου έδωσε την θέση της σε μια μονομαχία δίχως έλεος υπό το φως του φεγγαριού.

Οι βηματισμοί των δύο αντιπάλων καθώς περνούσαν από την επίθεση στην άμυνα ξανά και ξανά ύφαιναν το τέλειο μοτίβο για την δραματική παράσταση που παιζόταν μπροστά στα εμβρόντητα μάτια της κοπέλας, τα χτυπήματα των ποδιών στα πλακάκια του δαπέδου έδιναν τον ρυθμό και τα σπαθιά τραγουδούσαν καθώς έσκιζαν τον αέρα και συγκρούονταν μεταξύ τους μέσα σε ένα λουτρό απο σπίθες. Πολλές φορές είχε επιτεθεί ο Βιντσέντζο μόνο και μόνο για να συναντήσει την ικανή άμυνα του στρατιώτη και άλλες τόσες είχε αποκρούσει πολύ καλά μελετημένα χτυπήματα και αντεπιθέσεις. Ο χρόνος πλέον τον πίεζε, όσο περισσότερο καθυστερούσε τόσο πιο επικίνδυνο γινόταν να ακούσει κάποιος την μονομαχία και να καλέσει την φρουρά. Και αυτό δεν ήταν το χειρότερο, ο νεαρότερος αντίπαλός του δεν έδειχνε να κουράζεται παρά τον φρενήρη ρυθμό που είχε πάρει η μάχη αλλά δεν μπορούσε να πει το ίδιο και για τον εαυτό του. Ένιωθε τα αντανακλαστικά του να πέφτουν και όλο και πιο δύσκολα απομάκρυνε την λεπίδα του άλλου από το σώμα του. Έπρεπε να ρισκάρει αλλιώς θα έχανε.

Για ακόμη μια φορά ο Βιντσέντζο σήκωσε ψηλά το σπαθί του και λαχανιασμένος περίμενε την επίθεση. Ο στρατιώτης δεν άργησε να αναγνωρίσει την γλώσσα του σώματος που έδειχνε οτι είχε κουραστεί και εξαπέλησε μια δυνατή, ίσως την τελευταία επίθεση. Τότε ο Βιντσέντζο πετάχτηκε στο πλάι σαν αίλουρος όσο χρειαζόταν ωστε να αποφύγει το χτύπημα αλλά το ξίφος του αντιπάλου να τρυπήσει τον μανδύα του. Με το ένα του χέρι έτρεξε στο λαιμό του και έλυσε τον κόμπο που συγκρατούσε το εξωτερικό του ένδυμα και ελεύθερος πια με το άλλο που κρατούσε το σπαθί διαπέρασε το στήθος του στρατιώτη. Αυτός τρέκλισε για λίγο, γύρισε κοίταξε την κοπέλα που δεν έδειχνε να πιστεύει στα μάτια της και σωριάστηκε στο έδαφος μεσα στην λίμνη του αίματος που άρχισε να σχηματίζεται.

Ο Βιντσέντζο τον κοίταξε πεσμένο κάτω και ψυθίρισε "Δεν σας τα μαθαίνουν αυτά στην ακαδημία έτσι;". Ύστερα σήκωσε τον τρυπημένο μανδύα του, σκούπισε την λεπίδα και κατευθύνθηκε προς την κοπέλα η οποία κόντευε να λιποθυμίσει από το σοκ. Την κοίταξε στα μάτια και αντίκρισε μια έκφραση απόλυτου θυμού και τρόμου συνάμα η οποία ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. Με μια γρήγορη κίνηση έφερε την λεπίδα στο λαιμό της χωρίς όμως να τον πιέσει. Για λίγο περιεργάστηκε τα χαρακτηριστικά της, ήταν όντως τόσο όμορφη όσο του φάνηκε όταν την είχε δει βιαστηκά πριν απο λίγο. Αυτή τον κοίταξε στα μάτια και είδε εκεί την ματιά του κυνηγού, αυτή που τόσα χρόνια δεν είχε φύγει από κει ποτέ.

"Γιατί δεν τελειώνεις αυτό που άρχισες;" η κοπέλα μίλησε πρώτη εκπλήσοντας τον Βιντσέντζο.
"Γιατί είναι αμαρτία"
"Ενώ αυτό που έκανες πριν λίγο δεν είναι;"
"Όχι, αυτό ήταν δουλειά. Έχει διαφορά."
"Κι εγώ δεν περιλαμβάνομαι μέσα στην δουλειά σου για σήμερα;"
"Ναι, αλλά μερικές φορές η δουλειά δεν είναι τέλεια αν δεν έχει και λάθη." είπε ο Βιντσέντζο και έκανε να φύγει.
"Δεν έχεις να πας πουθενά!" Φώναξε επιτακτικά η κοπέλα "Δεν μπορείς να μου στερείς το νόηνα της ζωής μου και να φεύγεις έτσι απλά. Γύρνα και τελείωσε αυτό που άρχισες"
Ο Βιντσέντζο ξεθηκάρωσε αμέσως και ξανασήκωσε την λεπίδα στο ύψος του λαιμού.
"Ζήτα το άλλη μια φορά κι έγινε"
Σιωπή επικράτησε αλλά το βλέμμα της κοπέλας έδειχνε τον αναβρασμό μέσα της.
"Στη θέση σου δεν θα γύριζα στον θείο σου μετά το σημερινό" είπε ο Βιντσέντζο και περπατώντας ξαναχάθηκε στις σκιές για να μην ξαναφανεί ποτέ πια.

1 σχόλιο:

K@terin@ είπε...

Η κοπέλα έμεινε να τον κοιτά κάθως αυτός χανόταν μέσα στις σκιές.
Γύρισε και κοίταξε τον Φρανκ.Το αίμα είχε απλωθει γύρω του, εκείνος όμως ήταν ήρεμος. Η ματιά του ήταν καρφωμένη πάνω της.Δεν άντεξε λύγισε και ξέσπασε σε κλάμματα...

Οταν ξύπνησε πρέπει να είχε περάσει καμιά ώρα , δεν κατάλαβε αν κοιμόταν ή αν απλά είχε λιποθυμήσει.Δεν είχε όμως χρόνο να σκεφτεί , ακούστηκαν βήματα και φώνες. Χώρις να το πολυσκεφτεί πήρε το μανδύα του Φρανκ ,τυλίχτηκε γρήγορα και το σπαθί του.Έδωσε το τελευταίο φιλί και βουρκωμένη έτρεξε προς την ίδια κατεύθυνση που πριν απο λίγο χάθηκε ο δολοφόνος του.
Αυτό που τώρα την κρατούσε ζωντάνή ήταν το μίσος ... ορκίστηκε εκδίκηση και ήξερε καλά απο που έπρεπε να αρχίσει, μια τελευταία επίσκεψη στο θείο της θα την λύτρωνε ......