Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

Από το μετρό στο σπίτι...

Η διαπεραστική στριγκλιά από μέταλο που τρίβεται σε μέταλο γέμισε για πολλοστή φορά τον σταθμό. Ο συρμός σαν σιδερένια κιβωτός άνοιξε τις πόρτες του, άνθρωποι όλων των ειδών ξεχύθηκαν έξω και άλλοι έσπευσαν να πάρουν την θέση τους στον ασταμάτητο κύκλο της μετακίνησης. Πάλι και πάλι.

Ο ήχος από δεκάδες βιαστηκά τακούνια που διασχίζουν το γρανιτένιο δάπεδο αντηχεί στον κλειστό χώρο σαν τις οπλές των βουβαλιών που τρέχουν στο φαράγγι κυνηγημένα από κάποιο θυρευτή.

Η πόρτα πάει να κλείσει... μα ένα χέρι την σταματά. Αργά, νωχελικά το ένα πόδι μετά το άλλο κατεβαίνουν από το βαγόνι όταν πια η αποβάθρα έχει σχεδόν αδειάσει. Όσοι έχουν μείνει κοιτούν απορρημένοι. Ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος; Ποιός είναι αυτός που τολμά να αψηφά τον ρυθμό τους.

Το τρένο φεύγει... πάνω από τον θόρυβο ακούγεται αχνά η γνώριμη φωνή. "Επόμενη στάση... Μέγαρο μουσικής". Θυμάται οτι κάποτε του είχε φανεί ωραία αυτή η φωνή. Τόσο καιρό μετά δεν το σκεφτόταν πια καθόλου.

Με το μανίκι του καθάρισε τα γυαλιά ηλίου που ποτέ δεν αποχωριζόταν. Τα φόρεσε και κοίταξε την πινακίδα. "Αμπελόκηποι" έγραφε.
Προχώρησε προς την έξοδο. Ο ήλιος είχε από ώρα δύσει και αυτό μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα. Με σταθερό βήμα προχώρησε στην φωτισμένη πλευρά του πεζοδρομίου, ελπίζωντας πως ίσως στεκόταν τυχερός σήμερα. Ίσως δεν συναντούσε κανένα.

Δύο στενά πιό κάτω τους είδε... Τρείς απ' αυτούς. Τρεις ανθρώπους για το άπειρο μάτι. Τρία πλάσματα τις κολάσεως γι αυτόν. Τα ρούχα τους, τα μαλλιά τους, η μυρωδιά τους, όλα. Όλα πάνω τους έδειχναν την πραγματική τους ταυτότητα. Σφίχτηκε μέσα του... τα ίδια πάλι.

Τους πλησίασε αργά και σταθερά.

"Γειά σου φίλε" του μίλησαν όλο ευγένεια. "Ποιός είσαι;"
"Είμαι ο... Πρόεδρος. Γειά σας... και αντίο."


Έφτασε επιτέλους στην γειτονιά του... στο χέρι του κρατούσε ακόμα το μαδέρι της οικοδομής το οποίο είχε πια το σκούρο κόκκινο χρώμα και την ανατριχιαστική μυρωδιά του αίματος... Φοβόταν, φοβόταν οτι κάποια στιγμή θα γινόταν σαν κι αυτούς. "Χτύπα ξύλο" είπε και πέταξε το μαδέρι στον σκουπιδοτενεκέ της γωνίας που έλεγε "όχι μπάζα". "Εγώ δεν θα βγώ ποτέ στη Γλυφάδα".

Υγ:
Το ποστ αυτό είναι αφιερωμένο στον Τάσο τον σκέτο που ξέρω πόσο θέλει να ακούει ιστορίες για τον πρόεδρο...

3 σχόλια:

Skouliki είπε...

καλο μηνα σου ευχομαι
ΑΝΤΕ ηρθες καΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΥΧΕΡΟΥΛΑ
φιλακια

ο φιλος του οικονομου είπε...

Οτι είμαι κωλόφαρδη είμαι...

Soulis Sketos είπε...

Εχεις δικιο, γουσταρω πολυ ιστοριες.. για αγρίους.