Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Ο μάγος και το τέρας

Τα κιτρινισμένα χαρτιά στο γραφείο σηκώθηκαν βίαια και οι αλλοιωμένοι από τον χρόνο ρούνοι, γραμμένοι πάνω τους ποιός ξέρει από ποιόν μάγο, αναδεύονταν με μανία στην δίνη του ανέμου που διαρκώς δυνάμωνε. Τα σφαλισμένα παραθυρόφυλα χτυπούσαν ασταμάτητα μεταξύ τους καθώς η ορμή της φύσης προσπαθούσε να τα ξεριζώσει. Και όμως, λίγα μέτρα έξω από την καλύβα του μάγου Λιρ η νύχτα ήταν ξάστερη και ούτε ένα φύλο δεν κουνιόταν απ' την θέση του.

Το ξόρκι που ετοίμαζε τόσο καιρό πλησίαζε πλέον στην ολοκλήρωσή του και η ολοένα και αυξανόμενη ένταση του αέρα, που επικεντρωνόταν γύρω απ' το μάγο και κόντευε πια να διαλύσει το φτωχό του κατάλυμα, μαρτυρούσε μόνο οτι όλα πήγαιναν όπως είχε σχεδιάσει.

Επιστρατεύοντας όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει φώναξε τις τελευταίες προσταγές προς τις μαγικές ενέργειες που τόσα χρόνια τον υπηρετούσαν και αποκαμωμένος έπεσε κατα γής. Το σφύριγμα του αέρα που του τρύπαγε τ' αυτιά σιγά σιγά κόπασε. Και όταν ο γέρος μάγος κατάφερε πια να σηκώσει το καταπονημένο του κορμί από το χώματινο δάπεδο της καλύβας του, το πλάσμα που αντίκρισε να στέκεται εγκλωβισμένο στην πεντάλφα που είχε ο ίδιος χαράξει ξεπερνούσε την κάθε του προσδοκία.

Τα μυώδη πόδια του με ανεστραμένα γόνατα, που κατέληγαν σε οπλές, ο κατακόκκινος σκελετωμένος θώρακας, η μακριά σαν μαστίγιο ουρά και η διχαλωτή γλώσσα που προέβαλε κάτω από τις μοχθηρές κίτρινες λάμψεις που έμοιαζαν με μάτια δεν άφηναν κανένα περιθώριο για αμφιβολία οτι μπροστά στον Λιρ στεκόταν ένα πλάσμα από τα βάθη των κατώτερων διαστάσεων. Ένα πλάσμα που ίσως δεν είχε ποτέ ξαναντικρίσει άνθρωπος.

Ο γέρος μάγος όμως είχε δαπανήσει πολύ χρόνο και μελέτη γι αυτή την επίκληση και ήταν όσο προετοιμασμένος γι αυτή την συνάντηση όσο μπορεί να είναι ποτέ ένας θνητός. Έτσι όταν ήχησε η απόκοσμη φωνή του δαιμονικού άρχοντα η αυτοσυγκέντρωσή του δεν ταράχτηκε καθόλου.

"Ποιός είσαι αλλαζόνα εσύ που με καλείς; Μεγάλη προσβολή διαπράτεις προς το γένος των δαιμόνων δένοντας εμένα με την δική σου διάσταση. Μίλα λοιπόν και πες μου ποιά τρέλα, ποιά παράνοια σε ώθησε να ρίξεις στον εαυτό σου τέτοια κατάρα;"

"Καταραμένος ας είμαι πλάσμα του ερέβους, και θα μου αξίζει. Θέλω να μείνω στα γραπτά και στα βιβλία, αυτά που για χιλιάδες χρόνια θα διαβάζουν οι μάγοι για να βρουν τα μυστικά της τέχνης. Θέλω ανάμεσα στους τόμους να ταξιδεύει τ' όνομά μου. Θέλω να λένε οτι ο Μεγάλος Λιρ εξαπέλυσε το φοβερότερο τέρας που αυτός ο κόσμος έχει δει.

Πολλά εχω ως τώρα προσπαθήσει, τους πιο αρχαίους κι άγνωστους τόμους ξέρω από μνήμη. Κι έχω δεκάδες τέρατα όπως κι εσέ καλέσει. Μα δυστυχώς κανένα τους, ούτε όπως ξες κι εσύ δεν είναι τόσο τρομερό την δόξα που επιζητώ για να μου την χαρίσει.

Θέλω λοιπόν την γνώση σου. Τα ξόρκια θέλω να μου πεις για να κατασκευάσω το πιο φρικτό, το πιο αισχρό το πιο αδίστακτο, το πιο αιμοσταγές πλάσμα που πάτησε ποτέ σ' αυτή τη γη. Τον τρόπο αυτό τον ξέρεις;"

Οι λάμψεις στα μάτια του δαίμονα τρεμόπαιξαν για λίγο και μίκριναν σαν να παρατηρούσαν τον μάγο προσεκτικά. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και έφερε το χέρι με τα μακριά γαμψά νύχια στο πηγούνι του. Αργά αργά πάλι το κατέβασε.

"Μάγε τον σκέφτηκα καλά, τον τρόπο που ζητάς. Αλλά τα λόγια που θα πω ίσως δεν θα σ' αρέσουν. Σκέψου το άλλη μια φορά."

"Είμαι απολύτως σίγουρος. Θέλω οτι ξες να μάθω. Τι μαγικά θα χρειαστώ και τι υλικά να βάλω. Θέλω τα πάντα να μου πεις."

"Ωραία τότε, κάθισε και άκου καθαρά. Θα πάρεις έναν άνθρωπο, κάποιον απ' την φυλή σου. Και θα τον κάνεις αν μπορείς από καρδιάς να ερωτευτεί κάποια ψευδαίσθησή σου. Έπειτα πάρτη μακριά και σβήσε κάθε όνειρο πως θα την ξαναδεί. Δείξ του πως ότι ένιωσε δεν είχε σημασία... τότε μια δύναμη θα βρει, που ήταν κρυμμένη μέσα του κι ο ίδιος δεν την ήξερε. Μια δύναμη απόκοσμη που όλους τους κόσμους κυβερνά. Είναι η απελπισία. Παίξε μαζί του όσο θες. Δώς του ξανά ελπίδα. Και πάλι πάρτη μακριά, ξανά όσο εσύ θέλεις.

Με κάθε τέτοια εναλλαγή, κάθε παλίροια του μυαλού, κάθε φορά λιγότερο σαν άνθρωπος θα μοιάζει.

Τέρας θα γίνει τρομερό κι αμείλικτο κι υπάκουο σε σένα. Και άλλο δεν θα χει σαν κι αυτό πατήσει αυτό τον κόσμο."


Υγ: Η ιστορία αυτή είναι η πρώτη από μια συλλογή μικρών διηγημάτων (που ευελπιστώ να κάνω) , τα οποία θα συγγενεύουν λίγο ως ελάχιστα μεταξύ τους. Αρκετά όμως για να ομαδοποιούνται μαζί.

3 σχόλια:

Skouliki είπε...

μου θυμισες αυτα που μας ελεγαν μικροι στο κρεβατι

φιλια

ο φιλος του οικονομου είπε...

Και μετά αναρωτιούνται γιατί η κόρη τους βγήκε χιουμορίστρια...

αγκαλίτσες...

Dreamon είπε...

Πολύ καλό, αλάνι.

Keep on.

Περιμένω με ενδιαφέρον και τα υπόλοιπα...