Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

ο κύριος Πέννυφιδερ

Στο τέρμα της οδού Μπέντινκτον, σε μια όχι και τόσο ιδιαίτερη γωνιά του Λονδίνου ζούσε ο κύριος Πέννυφιδερ.

Κάθε μέρα έπαιρνε το λεωφορείο των επτά παρά τέταρτο και πήγαινε στο δημαρχείο οπου εργαζόταν ως κλητήρας. Στις τρείς και μισή σχολούσε κι έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής, για να είναι στις πέντε ακριβώς έτοιμος να απολαύσει το τσάι του, συχνά με παρέα από την γειτονιά.

Ο κύριος Πέννυφίδερ θα μπορούσε να φορέσει το ζεστό του πανοφώρι, να πάρει μια ομπρέλα και να χαθεί στους δρόμους του Λονδίνου χωρίς κανείς ποτέ να τον προσέξει. Ήταν ένας κοινός Λονδρέζος. Εκτός ίσως από ένα πράγμα. Ο κύριος Πέννυφίδερ δεν απαντούσε ποτέ σε ερωτήσεις.

Φυσικά αν τον ρωτούσε κανείς "τι κάνετε, πως είστε;" ή "σας άρεσε το τσάι σήμερα;". Θα έβγαζε το καπέλο του και θα απαντούσε "Καλά ευχαριστώ, ωραία μέρα" και "πραγματικά εξαιρετικό". Ο κύριος Πέννυφίδερ δεν ήταν σε καμία περίπτωση ένας ακοινώνητος άνθρωπος.


"Πως θα πάει η ομάδα φέτος;"
"Ποιός ευθύνεται για την οικονομική κρίση;"
"Υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες;"

Με αυτές και τόσες άλλες ερωτήσεις είχε έρθει ο κύριος Πέννυφιδερ αντιμέτωπος στα χρόνια της ζωής του στο Λονδίνο. Αλλά ποτέ δεν είχε εκστομίσει απάντηση. Πολλά είχαν ακουστεί κατα καιρούς στην γειτονιά γι αυτόν και την περίεργή του συνήθεια. Από το ότι είχε ελάχιστες ασχολίες και ενδιαφέροντα ή ότι δεν άκουγε καλά και ντρεπόταν να το δείξει. Μέχρι οτι κάποια μυστική υπηρεσία του είχε κάνει πειράματα και από αυτά είχε πειραχτεί το μυαλό του. Ο κύριος Πέννυφιδερ ήξερε για όλες αυτές τις φήμες. Ακόμα και αυτές που δεν τις είχε ακούσει ποτέ. Ο κύριος Πέννυφιδερ τις ήξερε και αυτές.

Με τον καιρό η φαντασία των περιοίκων εξαντλήθηκε και μιας και ο ίδιος δεν έδινε κάποιο στοιχείο σταμάτησαν και αυτοί να ασχολούνται με το θέμα και απλά δεν τον ρωτούσαν τίποτα.

Το απόγευμα της Τρίτης, τρείς Ιανουαρίου του δύο χιλιάδες εννιά, όπως κάθε απόγευμα Τρίτης, ο κύριος Πέννυφίδερ είχε κανονίσει να πιει το τσάι του με την κυρία Ουάιτμπελ και τον ανηψιό της, Τίμοθυ, που φιλοξενούσε η ηλικιωμένη γυναίκα στο σπίτι της εδώ και δύο χρόνια. Το παιδί, είχε έρθει από την επαρχία για σπουδές και αν δεν του παρείχε η θεία του στέγη μάλλον τα οικονομικά του δεν θα το επέτρεπαν. Οι γονείς του είχαν πεθάνει σε ατύχημα πριν χρόνια και από τότε τα πράγματα είχαν χειροτερέψει πολύ γι αυτόν. Ο κύριος Πέννυφιδερ τα ήξερε όλα αυτά και άλλα. Τα ήξερε παρότι δεν του τα χε πει κανείς. Δηλαδή η θεία του Τιμ είχε αναφέρει κάποια πράγματα, κάποια άλλη Τρίτη. Αλλά σε καμία περίπτωση όλα όσα ήξερε ο κύριος Πέννυφιδερ.

Η ώρα ήταν πέντε ακριβώς , η πόρτα του διαμερίσματος του χτύπησε. Σηκώθηκε και την άνοιξε. Στο κατώφλι κρατώντας μια βρεγμένη ομπρέλα παρά την μικρή απόσταση που χώριζε τα δύο σπίτια στεκόταν ο Τίμ Ουάιτμπελ. Η θεία του, ενημέρωσε τον κύριο Πέννυφίδερ, είχε κάποια επείγουσα δουλειά σε μια κοντινή συνοικία και ίσως ερχόταν αργότερα. Ο οικοδεσπότης δέχτηκε την είδηση στωικά. Ένευσε στον μικρό να περάσει και αυτός αφήνοντας την ομπρέλα στην ειδική θήκη κατευθύνθηκε προς το καθιστικό. Ο κύριος Πέννυφιδερ ακολούθησε σύντομα κρατώντας ένα δίσκο με δύο φλιτζάνια, μια τσαγιέρα και λίγα στρογγυλά μπισκοτάκια σε διάφορες αποχρώσεις του καφέ.

Μετά από λίγο ο Τιμ ήπιε την τελευταία γουλιά τσαγιού ενώ ο κύριος Πέννυφιδερ αποτελείωνε ένα μπισκοτάκι με γεύση κακάου, το τελευταίο που είχε μείνει στον δίσκο. Ο κύριος Πέννυφίδερ, λόγω της ιδιομορφίας του, ήταν ένας άνθρωπος που δύσκολα του έπιανες κουβέντα. Οι περισσότεροι γείτονες το ήξεραν αυτό, το ίδιο και ο Τιμ. Ενώ όμως οι πρώτοι απλά απέφευγαν να του μιλάνε ο Τιμ έβρισκε στο πρόσωπό του το δικό του "πηγάδι των μυστικών". Μπορούσε να του πει για οτιδήποτε και εφόσων αυτό ήταν υπο μορφή ερώτησης καμία λέξη δεν θα έβγαινε από το στόμα του κυρίου Πέννυφιδερ. Καμία κρίση, καμία συμβουλή. Μόνο θα τον κοιτούσε με ένα ουδέτερο ύφος. Σαν ότι του έλεγε να μην του προκαλούσε καμία έκπληξη. Συχνά αμφέβαλε αν τον άκουγε καν αλλά ο Τιμ έτσι κι αλλιώς δεν ήθελε ακροατή.

Ο ανηψιός της κυρίας Ουάιτμπελ λοιπόν ρωτούσε τον κύριο Πέννυφιδερ πολλά. Τον ρωτούσε και ούτε που περνούσε από το μυαλό του οτι ο κύριος Πέννυφιδερ ήξερε. Κάθε ερώτηση, κάθε απορία πριν καν γεννηθεί για τον κύριο Πέννυφιδερ ήταν ήδη κτήμα. Μυστήρια και εσωτερικές αναζητήσεις, ρητορικές ερωτήσεις και απλή περιέργεια. Οι γενεσιουργές δυνάμεις της θρησκείας και της επιστήμης. Τα θεμέλια κάθε μύθου γραμμένου στις παραδόσεις. Ότι κι αν στοίχειωσε ποτέ τους ανθρώπους ήταν για τον κύριο Πέννυφιδερ στοιχειώδως απλό.

Ο Τιμ έριξε για άλλη μια φορά τα μυστικά του στο πηγάδι, χαιρέτησε ευγενικά και έφυγε. Ο κύριος Πέννυφίδερ τον ακολούθησε ως την πόρτα, έδωσε τις ευχές του σε αυτόν και την θεία του και έπειτα έμεινε ξανά μόνος στο παλιό δυάρι της οδού Μπέντινκτον. Η ώρα ήταν επτά παρα πέντε. Αποφάσισε να ακούσει λίγη μουσική και μετά να πέσει στο κρεβάτι. Αύριο θα είχε πολύ δουλειά. Αυτό το ήξερε.

5 σχόλια:

Ανέμελη Βοσκοπούλα είπε...

Πες μου ότι έχει συνέχεια... :D

ο φιλος του οικονομου είπε...

Γιατί ανέμελη βοσκοπούλα, θέλεις;

Ανέμελη Βοσκοπούλα είπε...

Θες να το ακούς, ε; Ο λαός απαιτεί συνέχεια...

Δηλαδή τι, θα μας αφήσεις με ένα ποίημα και κάποια μισόλογα; Δεν θα μάθουμε τι ρόλο βαράει ο εν λόγω κύριος;;;

me είπε...

exei synexeia?????
to vrika poly kalooooo

ο φιλος του οικονομου είπε...

Δεν περίμενα να σας αρέσει τόσο...
I'm flattered

Πάντως δεν έχει συνέχεια. Άμεσα τουλάχιστον...