Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

"Levi Strauss & Co"

Γειά σας σήμερα μαζί σας ο ... στη θέση του ΦΤΟ που...

Πάλι αυτή η αναθεματισμένη αφίσα.
Μόνος στον αυτοκινητόδρομο ούτε καν θυμάσαι πότε συνάντησες άλλο αμάξι τελευταία φορά.
Τέτοια ώρα ο κόσμος κοιμάται ή διασκεδάζει , κανένας δεν είναι στον αυτοκινητόδρομο. Μάλλον σχεδόν κανένας

Η βελόνα δείχνει 120.
120 χιλιόμετρα την ώρα δε τα λες και πολλά σε άδειο δρόμο. Δε θέλεις να πηγαίνεις με λιγότερο αλλά βασικότερα, φοβάσαι να πας με παραπάνω.
Και κάθε τόσο προσπερνάς την αφίσα.

Τριγύρω σου πέρα απ τα στενά όρια που θέτει το σασί του αμαξιού βρίσκεται τώρα το δάσος. Ο δρόμος που οδηγάς διαγράφει μια, όπως κι αν το δει κανείς, παραφωνία στο πυκνό πράσινο των κωνοφόρων δέντρων. Στην Ελλάδα δεν βρίσκει κανείς τέτοια δάση, στο μυαλό σου έρχεται η Σκανδιναβία. You are pretentious like that.

Δεν την έχεις δει ποτέ από κοντά γι αυτό το πράσινο που σε περιτριγυρίζει είναι τόσο μουντό και επαναλαμβανόμενο. Αυτό το δάσος δεν έχει ήχους ή ζωή ή άλλα χρώματα γιατί δεν έχεις τίποτα να βάλεις εκεί. Γι αυτό μετά από μια στροφή και πάλι ξεπροβάλει η αφίσα.

Τα πόδια της τεντώνονται πάνω στον καναπέ. Όχι τελείως.. τα γόνατά της κάνουν μια μικρή γωνία. Δε φοράει παπούτσια, στο μυαλό σου δεν έχει φορέσει ποτέ.

Δεν ξέρεις πότε πέρασες το δάσος, δεν πρόσεξες καν πότε μπήκες αφού δεν κοιτάς δεξιά ή αριστερά. Τα πρώτα βενζινάδικα και δυο τρία κατατρεγμένα από τη βροχή και την αδιαφορία για την ίδια τους την ύπαρξη μοτέλ προαναγγέλουν την άφιξη της πόλης. Τα αστέρια χάνουν χωρίς αντίσταση τη μάχη με τα πρώτα σημάδια φωτορύπανσης. Θα ήθελες να μην ήταν έτσι αν το είχες προσέξει. Αλλά και πάλι το μόνο που τραβάει το βλέμμα σου έξω απ΄ την άσφαλτο είναι η αφίσα.

Φοράει τα εσώρουχά της, κάποιο σκούρο χρώμα πράσινο ή ίσως κόκκινο, δε σε νοιάζει. Δεν μπορείς να δεις καλά το πρόσωπό της μέσα απ τα ανακατεμένα καφετιά μαλλιά. Λίγο η νύχτα λίγο η σκέψη σου που τρέχει δέκα φορές όσο το αμάξι δε μπορείς να ξεχωρίσεις πολλά.

Η πόλη θα ήταν όλα όσα περίμενες από αυτή αν σε ένοιαζε να κοιτάξεις. Έχει τα πάντα, τα πάντα εκτός απ την αφίσα. Μπαίνεις στον πειρασμό να πατήσεις περισσότερο γκάζι αλλά τελευταία στιγμή διστάζεις. 120 χιλιόμετρα την ώρα δεν είναι πολλά αλλά αν πας με παραπάνω θα φτάσεις πιο γρήγορα και αυτό σε τρομάζει.

Τα πόδια του ελάχιστα ανοιχτά δείχνουν κάτι από χαλαρότητα έως αδιαφορία. Δε ξέρεις τι και η ιδέα αυτή τριβελίζει τον εγκέφαλο σου τόσο που τα μάτια σου θολώνουν. Οι λευκές διαχωριστικές γραμμές χάνουν τα όρια τους, τα περιγράμματα τους μπλέκονται το ένα με το άλλο και ελπίζεις μάταια στα φώτα κάποιου άλλου αμαξιού για να μείνεις στο δρόμο. Αλλά κάτι τέτοιο δεν υπάρχει.
Αυτό που σίγουρα υπάρχει είναι ο αστράγαλος της που παραδίδεται πάνω στο τζιν του.

120 ούτε χιλιόμετρο παραπάνω καθώς αφήνεις πίσω σου την έξοδο της πόλης. Πλησιάζεις και η ψυχή σου ξέρει πόσο φοβάσαι.
Αδιαφορεί για το δώρο της ζωής; Δεν εκτιμά τι του έχει δοθεί;
Χαλαρώνει δίπλα της; Τα πνευμόνια του φουσκώνουν αργά και απολαμβάνει τη μυρωδιά ενός ξέγνοιαστου πρωινού;

Η βελόνα δείχνει 0. Το ντεπόζιτο είναι άδειο, τριγύρω μόνο ερημιά. Έφτασες.
Και φυσικά μπροστά σου είναι η αφίσα.
Αυτή ξαπλωμένη στον καναπέ να ακουμπάει τα πόδια της πάνω σε ένα τζιν. Από τα βάθη της ψυχής σου εύχεσαι να γέμιζες αυτό το τζιν για μια μέρα.
Πάνω αριστερά στην αφίσα. Εκεί που ψάχνεις χωρίς τύχη για να μάθεις ποιός... γράφει
"Levi Strauss & Co"



Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Μα δεν ανοίγω

Μέσα στο σπίτι κάθε τρίξιμο θαρρώ
πως θα γκρεμίσει τον μεγάλο πέμπτο τοίχο
Το φως τρεκλίζει στον ισχνό φωταγωγό
Μ' αυτό ο,τι βλέπω να χαρίσω προσπαθώ
Μα είναι λίγο

Χτυπάς την πόρτα μου να δεις αν είμαι εδώ
χωρίς να ξέρεις πως ποτέ μου δε θα φύγω
Απλώνω χέρι τη μορφή σου για να δω
Μου το φιλάς , μου το χαϊδεύεις σα μωρό
Μα δεν ανοίγω


Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

A force of nature

Σήμερα μαζί σας ο Bear Grills. Στη θέση του ΦΤΟ που πέρασε και δεν ακούμπησε.

Φανταστείτε μια χιονοστιβάδα. Μη ρωτάτε γιατί. Just indulge me.

Κύματα πάνω από κύματα χιονιού ξεχύνονται στην πλαγιά του βουνού σαν να προσπαθούν να ξεπεράσουν τα άλλα, τα καλοκαιρινά, ξαδέρφια τους.

Από τους πρόποδες ή από τη ζέστη του σαλέ σου ή... οκ μεσοαστοί είμαστε... από τον καναπέ σου μια Πέμπτη απόγευμα μάλλον θαυμάζεις το φαινόμενο.

Αναγνωρίζεις τη δύναμη της φύσης αλλά είναι κάπου εκεί μακριά. Δε σε αφορά δεν είναι για σένα  Δε θα βρεθείς ποτέ στο δρόμο της, καθώς έχεις φροντίσει γι αυτό. Έχεις πάρει τα μέτρα σου εδώ και μια ζωή για να είσαι σίγουρος. Ακόμα κι αν δεν το έκανες επίτηδες 

Ναι αλλά...
Ναι αλλά κάπου στην οθόνη βλέπεις μια φιγούρα, κάποιον ορειβάτη, που ήταν πάνω στο βουνό και μετά μόνο άσπρους αφρούς

Τι συμβαίνει όμως στη φιγούρα καθώς κάθε σκιά του λευκού γεμίζει ολοένα και περισσότερο το οπτικό της πεδίο.

Fight or flight goes right out the window. How could you fight a power so primitive, so overwhelming? And it is now too late to run. That is how you know are about to meet a force of nature. Fight or flight doesn't kick in.

Ακίνητος λοιπόν υποσυνείδητα μετράει τα δευτερόλεπτα αντίστροφα για τη στιγμή που το λευκό θα τον περικυκλώσει. Θα τον διαλύσει και θα τον αφομοιώσει μην αφήνοντας παρά μια θολή ανάμνηση.

Κι ύστερα το περίγραμμά του χάνεται.
Με υπερφορτωμένες όλες τις αισθήσεις απλά υπάρχει για όσο μπορεί να υπάρχει ακόμα
Και αβαρής, στροβιλιζόμενος ακούει, ή νομίζει πως ακούει μια γλυκιά μα επιτακτική φωνή να του ψιθυρίζει

"Σε θέλω... Σε θέλω μέσα μου"
Κι αυτός απλά συνεχίζει να υπάρχει. Αυτό μπορεί, αυτό και τίποτα παραπάνω.

Το λευκό τελικά θα δώσει τη θέση του στα ξασπρισμένα απ τον ήλιο πατήματα του βουνού και στο γαλάζιο. Και αυτός υπάρχει ακόμα.

Θα δει τα κύματα να καταναλώνουν τη βλάστηση, τις πέτρες και άλλους ορειβάτες που δε θα γνωρίσει ποτέ. Και θα ψάχνει στη θέα αυτή να δει το σχήμα του. Αν άφησε κάποιο ίχνος, αγνοώντας το μέγεθος της ύβρεως που διαπράττει.

Να νομίσει, ως άνθρωπος, ότι αυτό που έζησε ήταν φτιαγμένο για εκείνον. Ότι δεν βρέθηκε απλά τυχαία εκεί. Ότι η φύση τον επέλεξε γιατί είναι ξεχωριστός.

Αυτή θα είναι λοιπόν η τιμωρία του. Να ταλανίζεται από αυτή τη σκέψη καθώς θα ανεβαίνει κι άλλο πιο ψηλά στο βουνό. Να ταλανίζεται γιατί θα ξέρει πως σε ο,τι είδε... το σχήμα του δεν υπήρχε πουθενά.

...

Κι εσύ απ τον καναπέ σου ένα απόγευμα μιας Πέμπτης θα βλέπεις τη δύναμη της φύσης και θα σχολιάζεις "πωωωω πάει αυτός... Τον γάμησε"

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

The usual


The bottle landed squarely in his right grasp and immediately flew off behind his back to where his other hand was waiting for it. A little bit of Green. Then a little bit of Pink. "Just smile and wave man..."  Then some extra shit, give it a shake and serve with a leaf or cherry or lime.
 "...just smile and wave"

Incoherent cheers and drunk laughter under the neon. Another blink. Who the hell thought this would be a good idea. Well here they come again. Flex the fingers find a bottle. Smile and wave.
He had done all this many times before

"The usual please"

5 years in this place he had never seen her before.
Some kind of joke? Heard joke once. Man goes to doctor. Says he's depressed... No time for jokes now.

"I am sorry?"

"I'll have the usual please"

Well let's go again. A little but of Green and a little bit of Pink.

"Put these things down, will you please. You must be new here."

She was hardly over 22 and a real beauty. There was something about her though, something he couldn't really place.

"Been working here my lady since before you were allowed in" He immediately regretted saying that. But didn't know why.

"You are funny" she said. He could tell she didn't mean it but she wasn't mocking him either.
"This bottle, that glass, no ice. You will remember next time"

That was a decent drink. None of that Green or Pink shit. He gave her a long look as he was pouring into the glass. No tricks no show. She was stunning indeed but he couldn't shake that feeling, the more he looked the more his senses complained.

"Here you go my lady, enjoy your night"

"Pour something for yourself as well. Anything you want, my treat"

"I'm sorry I don't drink while on the job"

"But you hate your job and even if you don't want it, you need a drink. Have whatever you want"

His thoughts went to the Green. He hated that stuff, he hated that he still liked it. He reached below and got the Blue. This was a Blue night after all but as always mixed with a little Green. He brought his glass next to hers.

"To every Blue night" she toasted. He could drink to that. He did.

"Do you like me?" she asked leaning forward ever so slightly. Her eyes fixed on him expecting an answer.

Of course he did.

"I know you do. I just want to hear you say it"

"You are but a fleeting image. A beautiful being manifest here this night, I do not know what for.
Once you smell the Green still running through me you will be gone. So yes , yes I like you. When will you punish me for it?"

She took a small sip from her drink, then set it aside.
"I have no desire to punish you for being lonely. Come upstairs with me...
But you should know, I have been coming to this place since before you were allowed in."